μπάσταρδος


μπάσταρδος
[бастардос] ουσ. а. помесь, гибрид,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπάσταρδος" в других словарях:

  • μπάσταρδος — η, ο, θηλ. και μπαστάρδα και μπαστάρδισσα (Μ μπάσταρδος και μπαστάρδος και πάσταρδος και παστάρδος, θηλ. μπαστάρδα και παστάρδα) αυτός που προέρχεται από μη νόμιμα παντρεμένους γονείς, ο νόθος νεοελλ. μτφ. τετραπέρατος («τά κατάφερε πάλι ο… …   Dictionary of Greek

  • μπάσταρδος — ο θηλ. η (λ. ιταλ.), ο νόθος: Γέννησε ένα γιο μπάσταρδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπασταρδεύω — [μπάσταρδος] 1. νοθεύω 2. νοθεύομαι, εκφυλίζομαι 3. διαστρέφω κάτι κακοβούλως («μην μπασταρδεύεις τα λόγια μου») …   Dictionary of Greek

  • μούλικος — η, ο [μούλος] νόθος, μπάσταρδος …   Dictionary of Greek

  • μούλος — α, ικο αυτός που προέρχεται από μη νόμιμο γάμο, νόθος, μπάσταρδος («και τόν ακολουθούσανε πολλοί, μούλες και μούλοι», Γρυπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. mulus «ημίονος νόθος»] …   Dictionary of Greek

  • μπαστάρδικος — η, ο (Μ μπαστάρδικος, η, ον, ουδ. και παστάρδικον και μπασταρδικός, ή, όν) [μπάσταρδος] 1. νόθος ή νοθευμένος («μπαστάρδικη γενιά») 2. το ουδ. ως ουσ. το μπαστάρδικο νόθο παιδί. επίρρ... μπαστάρδικα με μπαστάρδικο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • μπαστάρδιν — και μπαστάρδι και παστάρδι, τὸ (Μ) [μπάσταρδος] νόθο παιδί …   Dictionary of Greek

  • μπασταρδάκι — το [μπάσταρδος] 1. νόθο παιδί 2. μτφ. πονηρό, πανέξυπνο παιδί …   Dictionary of Greek

  • πίτσικος — η, ο, Ν 1. καρπός αθέμιτου έρωτα, νόθος, μπάσταρδος 2. μικρός, ασήμαντος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. pic + κατάλ. ικος (πρβλ. γέρ ικος)] …   Dictionary of Greek

  • πολύσπορος — η, ο / πολύσπορος, ον, ΝΜΑ αυτός που έχει πολλούς σπόρους, καρποφόρος, γόνιμος νεοελλ. (με υβριστική σημ.) αυτός που δεν γεννήθηκε από νόμιμο γάμο, μούλος, μπάσταρδος αρχ. αυτός που καθιστά κάποιον γόνιμο. επίρρ... πολύσπορα/ πολυσπόρως ΝΜΑ με… …   Dictionary of Greek